γκόμενα
•
- λαϊκότροποη κοπέλα ή γυναίκα με την οποία κάποιος/α έχει ερωτικές σχέσεις Βικιλεξικό
- Μαρία με τα κίτρινα με βάση τα δεδόμενα εδώ ο πλανήτης χάνεται κι εσύ το παίζεις γκόμενα
- Έχω μια υπόνοια ίδια είναι τα δρώμενα μάλλον με γουστάρει φίλε η δική σου γκόμενα
- λαϊκότροποωραία ή νεαρή γυναίκα Βικιλεξικό
- Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρα που χώρισα από τον πρώην μου. (Μίλτος Μόσχος, Ένα ξεχασμένο έγκλημα στο Ναύπλιο, 2021, σελ. 212)
- στρατιωτική αργκότο προσωπικό όπλο του κάθε στρατιώτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκόμενα < βενετική gómina / ιταλική gomena < μεσαιωνική λατινική gumena / gomena < αραβική جمان (jumān) < αρχαία ελληνική ἡγουμένη (αντιδάνειο) < ἡγέομαι / ἡγοῦμαι :: Ή < πιθανόν (άμεσο δάνειο) ιταλική gommina, θηλυκό του gommeno < γαλλική gommeux (όμορφος νεαρός) :: Κατʼ άλλη άποψη: < επωνυμία μάρκας λακ για μαλλιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκόμενα | γκόμενες |
| Γενική | γκόμενας | — |
| Αιτιατική | γκόμενα | γκόμενες |
| Κλητική | γκόμενα | γκόμενες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →