γλίτσα
•
- βρόμικη στρώση από λίπη ή άλλα υπολείμματα φαγητών, που κολλάει στα μαγειρικά σκεύη ή αλλού Βικιλεξικό
- λεπτό και γλιστερό στρώμα λάσπη σε δρόμους Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηβρομιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλίτσα < → λείπει η ετυμολογία (βλ. (ελληνιστική κοινή), γλιττόν, γλοιόν)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γλίτσα | γλίτσες |
| Γενική | γλίτσας | γλιτσών |
| Αιτιατική | γλίτσα | γλίτσες |
| Κλητική | γλίτσα | γλίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →