γλιτσιάζω
•
- πιάνω γλίτσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλιτσιάζω < γλίτσα + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γλιτσιάζω | γλιτσιάζεις | γλιτσιάζει | γλιτσιάζουμε | γλιτσιάζετε | γλιτσιάζουν / γλιτσιάζουνε |
| Παρατατικός | γλίτσιαζα | γλίτσιαζες | γλίτσιαζε | γλιτσιάζαμε | γλιτσιάζατε | γλίτσιαζαν / γλιτσιάζαν / γλιτσιάζανε |
| Αόριστος | γλίτσιασα | γλίτσιασες | γλίτσιασε | γλιτσιάσαμε | γλιτσιάσατε | γλίτσιασαν / γλιτσιάσαν / γλιτσιάσανε |
| Μέλλοντας | θα γλιτσιάζω / θα γλιτσιάσω | θα γλιτσιάζεις / θα γλιτσιάσεις | θα γλιτσιάζει / θα γλιτσιάσει | θα γλιτσιάζουμε / θα γλιτσιάσουμε | θα γλιτσιάζετε / θα γλιτσιάσετε | θα γλιτσιάζουν / θα γλιτσιάζουνε / θα γλιτσιάσουν / θα γλιτσιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γλιτσιάσει | έχεις γλιτσιάσει | έχει γλιτσιάσει | έχουμε γλιτσιάσει | έχετε γλιτσιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γλιτσιάσει | είχες γλιτσιάσει | είχε γλιτσιάσει | είχαμε γλιτσιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γλιτσιάσει / να γλιτσιάζω / να γλιτσιάσω | να έχεις γλιτσιάσει / να γλιτσιάζεις / να γλιτσιάσεις | να έχει γλιτσιάσει / να γλιτσιάζει / να γλιτσιάσει | να έχουμε γλιτσιάσει / να γλιτσιάζουμε / να γλιτσιάσουμε | να έχετε γλιτσιάσει / να γλιτσιάζετε / να γλιτσιάσετε | να γλιτσιάζουν / να γλιτσιάζουνε / να γλιτσιάσουν / να γλιτσιάσουνε |
| Προστακτική | — | γλίτσιαζε / γλίτσιασε | — | — | γλιτσιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
γλιτσιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →