Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλιτσιάζω

ρήμα
•
  1. πιάνω γλίτσα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γλιτσιάζω < γλίτσα + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγλιτσιάζωγλιτσιάζειςγλιτσιάζειγλιτσιάζουμεγλιτσιάζετεγλιτσιάζουν / γλιτσιάζουνε
Παρατατικόςγλίτσιαζαγλίτσιαζεςγλίτσιαζεγλιτσιάζαμεγλιτσιάζατεγλίτσιαζαν / γλιτσιάζαν / γλιτσιάζανε
Αόριστοςγλίτσιασαγλίτσιασεςγλίτσιασεγλιτσιάσαμεγλιτσιάσατεγλίτσιασαν / γλιτσιάσαν / γλιτσιάσανε
Μέλλονταςθα γλιτσιάζω / θα γλιτσιάσωθα γλιτσιάζεις / θα γλιτσιάσειςθα γλιτσιάζει / θα γλιτσιάσειθα γλιτσιάζουμε / θα γλιτσιάσουμεθα γλιτσιάζετε / θα γλιτσιάσετεθα γλιτσιάζουν / θα γλιτσιάζουνε / θα γλιτσιάσουν / θα γλιτσιάσουνε
Παρακείμενοςέχω γλιτσιάσειέχεις γλιτσιάσειέχει γλιτσιάσειέχουμε γλιτσιάσειέχετε γλιτσιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα γλιτσιάσειείχες γλιτσιάσειείχε γλιτσιάσειείχαμε γλιτσιάσει——
Υποτακτικήνα έχω γλιτσιάσει / να γλιτσιάζω / να γλιτσιάσωνα έχεις γλιτσιάσει / να γλιτσιάζεις / να γλιτσιάσειςνα έχει γλιτσιάσει / να γλιτσιάζει / να γλιτσιάσεινα έχουμε γλιτσιάσει / να γλιτσιάζουμε / να γλιτσιάσουμενα έχετε γλιτσιάσει / να γλιτσιάζετε / να γλιτσιάσετενα γλιτσιάζουν / να γλιτσιάζουνε / να γλιτσιάσουν / να γλιτσιάσουνε
Προστακτική—γλίτσιαζε / γλίτσιασε——γλιτσιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

γλιτσιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →