γλακώ
•
- ιδιωματικότρέχω να προφτάσω, να αποφύγω κάτι ή για να καταφύγω κάπου Βικιλεξικό
- 1830, Ο καταδικασμός τση Κρήτης, παραδοσιακό
Ετυμολογία
γλακώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γλακῶ (τρέχω, βιάζομαι) < ελληνιστική κοινή ἐκλακῶ < ἐκ + λακῶ. Δείτε και λακάω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →