γλείφω
•
- εφαρμόζω και γλιστράω τη γλώσσα μου πάνω σε κάτι Βικιλεξικό
- Η μικρή έγλειφε το παγωτό της με απόλαυση.
- Τα ζώα γλείφουν μια επιφάνεια είτε για τη συλλογή υγρού, τροφής ή μετάλλων στη γλώσσα για κατάποση, είτε για επικοινωνία με άλλα ζώα.
- μεταφορικάπλησιάζω να αγγίξω Βικιλεξικό
- Οι φλόγες της φωτιάς σχεδόν έγλειφαν τον οικισμό.
- μειωτικόκολακεύω Βικιλεξικό
- Είναι ένας τιποτένιος. Μόνο γλείφοντας τους προϊσταμένους του θα πάρει προαγωγή.
Ετυμολογία
γλείφω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γλείφω. Είτε < ελληνιστική κοινή ἐκλείχω < αρχαία ελληνική ἐκ- + λείχω, είτε < συμπροφορά αντωνυμίας και του λείχω (/ton-l > toŋɡl > ɣl/). Η μετατροπή [x] > [f], πιθανόν από την επίδραση του μεσαιωνικού ἀλείφω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γλείφω | γλείφεις | γλείφει | γλείφουμε | γλείφετε | γλείφουν / γλείφουνε |
| Παρατατικός | έγλειφα | έγλειφες | έγλειφε | γλείφαμε | γλείφατε | έγλειφαν / γλείφαν / γλείφανε |
| Αόριστος | έγλειψα | έγλειψες | έγλειψε | γλείψαμε | γλείψατε | έγλειψαν / γλείψαν / γλείψανε |
| Μέλλοντας | θα γλείφω / θα γλείψω | θα γλείφεις / θα γλείψεις | θα γλείφει / θα γλείψει | θα γλείφουμε / θα γλείψουμε | θα γλείφετε / θα γλείψετε | θα γλείφουν / θα γλείφουνε / θα γλείψουν / θα γλείψουνε |
| Παρακείμενος | έχω γλείψει | έχεις γλείψει | έχει γλείψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γλείψει | είχες γλείψει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γλείψει / να γλείφω / να γλείψω | να έχεις γλείψει / να γλείφεις / να γλείψεις | να έχει γλείψει / να γλείφει / να γλείψει | να γλείφουμε / να γλείψουμε | να γλείφετε / να γλείψετε | να γλείφουν / να γλείφουνε / να γλείψουν / να γλείψουνε |
| Προστακτική | — | γλείφε / γλείψε | — | — | γλείφετε / γλείψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
γλείφτηκαγλείφομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →