γλυκίζω
•
- έχω κάπως γλυκιά (ίσως και σε ανεπιθύμητο βαθμό) γεύση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλυκίζω < ελληνιστική κοινή γλυκίζω < αρχαία ελληνική γλυκύς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γλυκίζω | γλυκίζεις | γλυκίζει | γλυκίζουμε | γλυκίζετε | γλυκίζουν / γλυκίζουνε |
| Παρατατικός | γλύκιζα | γλύκιζες | γλύκιζε | γλυκίζαμε | γλυκίζατε | γλυκίζαν / γλυκίζανε / γλύκιζαν |
| Αόριστος | γλύκισα | γλύκισες | γλύκισε | γλυκίσαμε | γλυκίσατε | γλυκίσαν / γλυκίσανε / γλύκισαν |
| Μέλλοντας | θα γλυκίζω / θα γλυκίσω | θα γλυκίζεις / θα γλυκίσεις | θα γλυκίζει / θα γλυκίσει | θα γλυκίζουμε / θα γλυκίσουμε | θα γλυκίζετε / θα γλυκίσετε | θα γλυκίζουν / θα γλυκίζουνε / θα γλυκίσουν / θα γλυκίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γλυκίσει | έχεις γλυκίσει | έχει γλυκίσει | έχουμε γλυκίσει | έχετε γλυκίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γλυκίσει | είχες γλυκίσει | είχε γλυκίσει | είχαμε γλυκίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γλυκίσει / να γλυκίζω / να γλυκίσω | να έχεις γλυκίσει / να γλυκίζεις / να γλυκίσεις | να έχει γλυκίσει / να γλυκίζει / να γλυκίσει | να έχουμε γλυκίσει / να γλυκίζουμε / να γλυκίσουμε | να έχετε γλυκίσει / να γλυκίζετε / να γλυκίσετε | να γλυκίζουν / να γλυκίζουνε / να γλυκίσουν / να γλυκίσουνε |
| Προστακτική | — | γλύκιζε / γλύκισε | — | — | γλυκίζετε / γλυκίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →