Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλυκοκοιτάζω

ρήμα
•
  1. κοιτάζω κάποια ή κάποιον με ερωτική διάθεση, ρίχνω βλέμμα που δηλώνει τρυφερή ή υπαινικτική έλξη προς ένα πρόσωπο Βικιλεξικό
    • Είναι, λέει, σε ένα αμφιθέατρο ένας καθηγητής και διδάσκει ενώ παράλληλα γλυκοκοιτάζει μια όμορφη κοπέλα που παρακολουθεί μαζί με δεκάδες άλλους φοιτητές το μάθημα. Κάποια στιγμή σπεύδει και αγκαλιάζει το ωραίο κορίτσι και το φιλάει με πάθος. Μετά ζητά από τους φοιτητές να γράψουν όσο πιο γρήγορα γίνεται την είδηση που λίγο πριν είχαν δει με τα μάτια τους. Ένας έγραψε για ποινικό αδίκημα, σεξουαλική παρενόχληση ή προσβολή των ηθών και οπωσδήποτε σκάνδαλο στο εκπαιδευτικό σύστημα. Άλλος για τα καλά του αυθορμητισμού, της απλότητας και της δημιουργικής οικειότητας στις σχέσεις σπουδαστών με τους ενήλικους φοιτητές τους κ.ο.κ. (www.efsyn.gr, 06.05.2015)
  2. κοιτάζω κάτι με επιθυμία ή λαχτάρα, στρέφω το βλέμμα σε αντικείμενο ή κατάσταση που θέλω έντονα να αποκτήσω ή να πετύχω Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηπαρατηρώ κάτι —συνήθως θέση, αγαθό ή προνόμιο— με πρόθεση να το διεκδικήσω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γλυκοκοιτάζω < γλυκο- + κοιτάζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγλυκοκοιτάζωγλυκοκοιτάζειςγλυκοκοιτάζειγλυκοκοιτάζουμεγλυκοκοιτάζετεγλυκοκοιτάζουν / γλυκοκοιτάζουνε
Παρατατικόςγλυκοκοίταζαγλυκοκοίταζεςγλυκοκοίταζεγλυκοκοιτάζαμεγλυκοκοιτάζατεγλυκοκοίταζαν / γλυκοκοιτάζαν / γλυκοκοιτάζανε
Αόριστοςγλυκοκοίταξαγλυκοκοίταξεςγλυκοκοίταξεγλυκοκοιτάξαμεγλυκοκοιτάξατεγλυκοκοίταξαν / γλυκοκοιτάξαν / γλυκοκοιτάξανε
Μέλλονταςθα γλυκοκοιτάζω / θα γλυκοκοιτάξωθα γλυκοκοιτάζεις / θα γλυκοκοιτάξειςθα γλυκοκοιτάζει / θα γλυκοκοιτάξειθα γλυκοκοιτάζουμε / θα γλυκοκοιτάξουμεθα γλυκοκοιτάζετε / θα γλυκοκοιτάξετεθα γλυκοκοιτάζουν / θα γλυκοκοιτάζουνε / θα γλυκοκοιτάξουν / θα γλυκοκοιτάξουνε
Παρακείμενοςέχω γλυκοκοιτάξειέχεις γλυκοκοιτάξειέχει γλυκοκοιτάξειέχουμε γλυκοκοιτάξειέχετε γλυκοκοιτάξει—
Υπερσυντέλικοςείχα γλυκοκοιτάξειείχες γλυκοκοιτάξειείχε γλυκοκοιτάξειείχαμε γλυκοκοιτάξει——
Υποτακτικήνα έχω γλυκοκοιτάξει / να γλυκοκοιτάζω / να γλυκοκοιτάξωνα έχεις γλυκοκοιτάξει / να γλυκοκοιτάζεις / να γλυκοκοιτάξειςνα έχει γλυκοκοιτάξει / να γλυκοκοιτάζει / να γλυκοκοιτάξεινα έχουμε γλυκοκοιτάξει / να γλυκοκοιτάζουμε / να γλυκοκοιτάξουμενα έχετε γλυκοκοιτάξει / να γλυκοκοιτάζετε / να γλυκοκοιτάξετενα γλυκοκοιτάζουν / να γλυκοκοιτάζουνε / να γλυκοκοιτάξουν / να γλυκοκοιτάξουνε
Προστακτική—γλυκοκοίταζε / γλυκοκοίταξε——γλυκοκοιτάζετε / γλυκοκοιτάξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →