Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλυτωμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το αποτέλεσμα τού γλυτώνω Βικιλεξικό
    • Οι αστυνομικοί την ετραβούσαν ωστόσο για να την πάρουν. Κ' η δυστυχισμένη εκοίταξε μία στιγμή τον Αντρέα που εχαιρότουν τώρα το γλυτωμό του, και τού 'πε παρακαλεστικά. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Τιμή και το Χρήμα/Κεφάλαιο ΙΒ')

Ετυμολογία

γλυτωμός < γλυτώνω + -ωμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγλυτωμόςγλυτωμοί
Γενικήγλυτωμούγλυτωμών
Αιτιατικήγλυτωμόγλυτωμούς
Κλητικήγλυτωμέγλυτωμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →