Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλυφή

/ɣliˈfi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λάξευμα, σκάλισμα, σμίλευση Βικιλεξικό
  2. γλυπτή απεικόνιση, το ανάγλυφο Βικιλεξικό
  3. το έμβλημα σε σφραγίδες δακτυλιόλιθων Βικιλεξικό
  4. γλυφή χαράκτου, εργαλείο που χρησιμοποιείται στην τέχνη της χαρακτικής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γλυφή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γλυφή < γλύφω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγλυφήγλυφές
Γενικήγλυφήςγλυφών
Αιτιατικήγλυφήγλυφές
Κλητικήγλυφήγλυφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →