γλωσσεύω
•
- φλυαρώ, πολυλογώ, ιδίως με αυθάδη τρόπο Βικιλεξικό
- μιλάω χωρίς σεβασμό, βγάζω γλώσσα Βικιλεξικό
- γλωσσεύει ως και το δάσκαλο
- βρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλωσσεύω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γλωσσεύω | γλωσσεύεις | γλωσσεύει | γλωσσεύουμε | γλωσσεύετε | γλωσσεύουν / γλωσσεύουνε |
| Παρατατικός | γλώσσευα | γλώσσευες | γλώσσευε | γλωσσεύαμε | γλωσσεύατε | γλωσσεύαν / γλωσσεύανε / γλώσσευαν |
| Αόριστος | γλώσσεψα | γλώσσεψες | γλώσσεψε | γλωσσέψαμε | γλωσσέψατε | γλωσσέψαν / γλωσσέψανε / γλώσσεψαν |
| Μέλλοντας | θα γλωσσέψω / θα γλωσσεύω | θα γλωσσέψεις / θα γλωσσεύεις | θα γλωσσέψει / θα γλωσσεύει | θα γλωσσέψουμε / θα γλωσσεύουμε | θα γλωσσέψετε / θα γλωσσεύετε | θα γλωσσέψουν / θα γλωσσέψουνε / θα γλωσσεύουν / θα γλωσσεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω γλωσσέψει | έχεις γλωσσέψει | έχει γλωσσέψει | έχουμε γλωσσέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γλωσσέψει | είχες γλωσσέψει | είχε γλωσσέψει | είχαμε γλωσσέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γλωσσέψει / να γλωσσέψω / να γλωσσεύω | να έχεις γλωσσέψει / να γλωσσέψεις / να γλωσσεύεις | να έχει γλωσσέψει / να γλωσσέψει / να γλωσσεύει | να έχουμε γλωσσέψει / να γλωσσέψουμε / να γλωσσεύουμε | να γλωσσέψετε / να γλωσσεύετε | να γλωσσέψουν / να γλωσσέψουνε / να γλωσσεύουν / να γλωσσεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε γλωσσεμένο / γλώσσευε / γλώσσεψε | — | — | γλωσσέψτε / γλωσσεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →