γλωσσού
•
- οικείοθηλυκό του γλωσσάς Βικιλεξικό
- Γλωσσούδες γυναίκες σπάνια είναι κακές. Όπως κι άντρες πολυλογάδες. Η κακία είναι σιωπηλή, γεμάτη ευγένεια πολλές φορές και μαεστρία διπλωματική. (Δημήτρης Ψαθάς, Μαντάμ Σουσού)
Ετυμολογία
γλωσσού < γλωσσ(άς) + κατάληξη θηλυκού -ού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γλωσσού | γλωσσούδες |
| Γενική | γλωσσούς | γλωσσούδων |
| Αιτιατική | γλωσσού | γλωσσούδες |
| Κλητική | γλωσσού | γλωσσούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →