Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλωσσικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την γραπτή και προφορική επικοινωνία, με το λόγο Βικιλεξικό
    • Εξετάζει επίσης τα ιστορικά συμφραζόμενα της πρόσληψης αυτών των αναγνωσμάτων, αναδεικνύοντας τους ανταγωνισμούς των διαφορετικών πολιτισμικών και διανοητικών παραδόσεων (επτανησιακή και φαναριώτικη παράδοση, κοραϊκή σκέψη), τους διαξιφισμούς για το γλωσσικό ζήτημα, τη ρευστότητα του λογοτεχνικού κανόνα αλλά και τον ρόλο του Κρητικού Ζητήματος στον καιρό της Μεγάλης Ιδέας.
    • Όλα τα εγκώμια μάλιστα που αφειδώς επιδαψιλεύονται από γλωσσαμύντορες παντός συμφέροντος επί της ελληνικής δε δείχνουν παρά μόνο μια πραγματικότητα: τη μονοφωνική αυτάρκεια της γλωσσικής κατάστασης, την αδυναμία της γλώσσας, όχι πλέον στο επίπεδο ιδεών αλλά ... (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 436-439, 2003, σελ. 89)
  2. ο σχετικός με το όργανο της γλώσσας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γλωσσικός < γλώσσα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγλωσσικόςγλωσσικήγλωσσικό
Γενικήγλωσσικούγλωσσικήςγλωσσικού
Αιτιατικήγλωσσικόγλωσσικήγλωσσικό
Κλητικήγλωσσικέγλωσσικήγλωσσικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγλωσσικοίγλωσσικέςγλωσσικά
Γενικήγλωσσικώνγλωσσικώνγλωσσικών
Αιτιατικήγλωσσικούςγλωσσικέςγλωσσικά
Κλητικήγλωσσικοίγλωσσικέςγλωσσικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →