γλωσσοπλαστικός
•
- που έχει σχέση με την γλωσσοπλαστία ή τον γλωσσοπλάστη ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλωσσοπλαστικός < γλωσσοπλάστης / γλωσσοπλαστία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γλωσσοπλαστικός | γλωσσοπλαστική | γλωσσοπλαστικό |
| Γενική | γλωσσοπλαστικού | γλωσσοπλαστικής | γλωσσοπλαστικού |
| Αιτιατική | γλωσσοπλαστικό | γλωσσοπλαστική | γλωσσοπλαστικό |
| Κλητική | γλωσσοπλαστικέ | γλωσσοπλαστική | γλωσσοπλαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γλωσσοπλαστικοί | γλωσσοπλαστικές | γλωσσοπλαστικά |
| Γενική | γλωσσοπλαστικών | γλωσσοπλαστικών | γλωσσοπλαστικών |
| Αιτιατική | γλωσσοπλαστικούς | γλωσσοπλαστικές | γλωσσοπλαστικά |
| Κλητική | γλωσσοπλαστικοί | γλωσσοπλαστικές | γλωσσοπλαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →