πλάθω
•
- δίνω ορισμένη μορφή με τα χέρια μου σε ένα σχετικά μαλακό υλικό Βικιλεξικό
- Στην κουζίνα η νοικοκυρά πλάθει πολλά και διάφορα: κουλουράκια, σκαλτσούνια, λογιών-λογιών κεφτέδες, γιουβαρλάκια και πάει λέγοντας.
- (παθητική φωνή) Στην κεραμική ο τροχός σήμανε επανάσταση, γιατί επέτρεψε να πλάθονται ταχύτατα τα πήλινα σκεύη.
- Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη ο Θεός έπλασε τον κόσμο σε έξι μέρες, γιαυτό λέγεται και Πλάστης, το δε δημούργημά του πλάση.
- (παθ.μτχ.) Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος! (ειρωνικά)
- δημιουργώ κάτι με τη φαντασία μου, επινοώ Βικιλεξικό
- Για να δικαιολογήσει την απουσία του, έπλασε ιστορίες γι' αγρίους.
- Στους «Αθλίους» ο Ουγκώ έπλασε χαρακτήρες που μένουν αξέχαστοι στον αναγνώστη.
- επηρεάζω καθοριστικά με την παρουσία, τη διδασκαλία και το παράδειγμα μου Βικιλεξικό
- Η «Διάπλαση των Παίδων» του Ξενόπουλου σκοπό είχε να πλάσει τα ελληνόπουλα έτσι ώστε να γίνουν άνθρωποι χαρούμενοι, ενεργητικοί και δημιουργικοί.
- (παθητική φωνή) Ο Δάλαϊ Λάμα γεννιέται τέτοιος αλλά και πλάθεται -και μάλιστα από τα παιδικά του χρόνια- για να γίνει τέτοιος.
Ετυμολογία
πλάθω < αρχαία ελληνική πλάσσω < πρωτοελληνική *pláťťō < προελληνικό *platʰyō
Άλλοι τύποι
έπλαθαέπλασαπλάθομαιπλάσωπλασμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →