Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γναθικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την γνάθο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτήν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γναθικός < γνάθος + -ικός < αρχαία ελληνική γνάθος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγναθικόςγναθικήγναθικό
Γενικήγναθικούγναθικήςγναθικού
Αιτιατικήγναθικόγναθικήγναθικό
Κλητικήγναθικέγναθικήγναθικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγναθικοίγναθικέςγναθικά
Γενικήγναθικώνγναθικώνγναθικών
Αιτιατικήγναθικούςγναθικέςγναθικά
Κλητικήγναθικοίγναθικέςγναθικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →