σιαγονικός
•
- που έχει σχέση με σιαγόνα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτήν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιαγονικός < σιαγών + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιαγονικός | σιαγονική | σιαγονικό |
| Γενική | σιαγονικού | σιαγονικής | σιαγονικού |
| Αιτιατική | σιαγονικό | σιαγονική | σιαγονικό |
| Κλητική | σιαγονικέ | σιαγονική | σιαγονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιαγονικοί | σιαγονικές | σιαγονικά |
| Γενική | σιαγονικών | σιαγονικών | σιαγονικών |
| Αιτιατική | σιαγονικούς | σιαγονικές | σιαγονικά |
| Κλητική | σιαγονικοί | σιαγονικές | σιαγονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →