Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιαγονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με σιαγόνα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτήν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιαγονικός < σιαγών + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιαγονικόςσιαγονικήσιαγονικό
Γενικήσιαγονικούσιαγονικήςσιαγονικού
Αιτιατικήσιαγονικόσιαγονικήσιαγονικό
Κλητικήσιαγονικέσιαγονικήσιαγονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιαγονικοίσιαγονικέςσιαγονικά
Γενικήσιαγονικώνσιαγονικώνσιαγονικών
Αιτιατικήσιαγονικούςσιαγονικέςσιαγονικά
Κλητικήσιαγονικοίσιαγονικέςσιαγονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →