γνωστός άγνωστος
•
- ευφημισμόςγνωστός που όμως δεν κατονομάζεται Βικιλεξικό
- ιστορίαμασκοφόρος διαδηλωτής που προκαλεί ζημιές, φθορές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
→ δείτε επίθετο γνωστός & επίθετο ή ουσιαστικοποιημένο επίθετο άγνωστος, (νεολογισμός) του τέλους του 20ου αιώνα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →