γοητεία
•
- η ιδιαίτερη δύναμη που έχει η ακτινοβολία και η χάρη της ομορφιάς ενός προσώπου και η έλξη που προκαλεί Βικιλεξικό
- Λείπει τό φόρτε του, ὁ σαγηνευτικός αὐτοσχεδιασμός, αὐτή ἡ γοητεία του τίποτα πού κυριαρχεῖ στό ἄλλο του ἔργο. Γιατί αὐτό εἶναι τό φόρτε τοῦ Παπαδιαμάντη, πού τόν κάνει μοναδικό στά Γράμματά μας (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Άπαντα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τόμος 1, 1954)
- συνεκδοχικάκάθε χαρακτηριστικό που έχει την προηγούμενη δύναμη Βικιλεξικό
- πράξη που δεν εξηγείται λογικά και επηρεάζει τη θέληση των άλλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γοητεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γοητεία (μαγική τέχνη) < γοητεύω, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική charme ή fascinationa
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γοητεία | γοητείες |
| Γενική | γοητείας | γοητειών |
| Αιτιατική | γοητεία | γοητείες |
| Κλητική | γοητεία | γοητείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →