γολέτα
•
- ναυτικός όροςδικάταρτο ιστιοφόρο Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, (1903) κεφάλαιο ΙΖ´ @papadiamantis.org (ΙΣΤ στη Βικιθήκη)
Ετυμολογία
γολέτα < (άμεσο δάνειο) βενετική goleta < γαλλική goélette (γολέτα / είδος θαλασσοπουλιού), υποκοριστικό του goéland (γλάρος) < βρετονικά gouelan < … < προέλευσης από την πρωτοκελτική *wailannā (γλάρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γολέτα | γολέτες |
| Γενική | γολέτας | γολετών |
| Αιτιατική | γολέτα | γολέτες |
| Κλητική | γολέτα | γολέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →