σκούνα
•
- ιστιοφόρο, συνήθως με δύο κατάρτια από τα οποία το πρυμναίο κατάρτι είναι λίγο ψηλότερο (και συνήθως με τραπεζοειδές πανί) από το πλωραίο (που έχει συνήθως τριγωνικό πανί) και πολλές φορές έχει και τρίτο μικρότερο κατάρτι στην πρύμνη, με τριγωνικό πανί, για ιστιοδρομία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκούνα < (άμεσο δάνειο) ιταλική scuna < αγγλική schooner
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκούνα | σκούνες |
| Γενική | σκούνας | σκουνών |
| Αιτιατική | σκούνα | σκούνες |
| Κλητική | σκούνα | σκούνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →