Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γονατίζω

ρήμα
•
  1. χαμηλώνω και στηρίζω το σώμα μου στα γόνατά μου ή στο ένα γόνατο Βικιλεξικό
    • Για να σφουγγαρίσεις σωστά πρέπει να γονατίσεις και να τρίψεις το πάτωμα
  2. δεν αντέχω άλλο (την κούραση, την ταλαιπωρία), με τσάκισε η έγνοια ή ο κόπος Βικιλεξικό
    • με γονάτισαν τα βάσανα
  3. υποκλίνομαι από σεβασμό Βικιλεξικό
    • γονάτισε μπροστά στον Επιτάφιο και μετά πέρασε γονατιστά από κάτω
  4. υποκλίνομαι επειδή υποτάσσομαι (με ή και χωρίς το μπροστά σε κάποιον) Βικιλεξικό
    • παρέδωσαν τα όπλα και γονάτισαν

Ετυμολογία

γονατίζω < (ελληνιστική κοινή) παράλληλος τύπος με το επίσης ελληνιστικό γονυπετέω-γονυπετῶ που ενείχε την ικεσία ενώ το γονατίζω αφορούσε κυριως στην απλή κίνηση

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγονατίζωγονατίζειςγονατίζειγονατίζουμεγονατίζετεγονατίζουν / γονατίζουνε
Παρατατικόςγονάτιζαγονάτιζεςγονάτιζεγονατίζαμεγονατίζατεγονάτιζαν / γονατίζαν / γονατίζανε
Αόριστοςγονάτισαγονάτισεςγονάτισεγονατίσαμεγονατίσατεγονάτισαν / γονατίσαν / γονατίσανε
Μέλλονταςθα γονατίζω / θα γονατίσωθα γονατίζεις / θα γονατίσειςθα γονατίζει / θα γονατίσειθα γονατίζουμε / θα γονατίσουμεθα γονατίζετε / θα γονατίσετεθα γονατίζουν / θα γονατίζουνε / θα γονατίσουν / θα γονατίσουνε
Παρακείμενοςέχω γονατίσειέχεις γονατίσειέχει γονατίσειέχουμε γονατίσειέχετε γονατίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα γονατίσειείχες γονατίσειείχε γονατίσειείχαμε γονατίσει——
Υποτακτικήνα έχω γονατίσει / να γονατίζω / να γονατίσωνα έχεις γονατίσει / να γονατίζεις / να γονατίσειςνα έχει γονατίσει / να γονατίζει / να γονατίσεινα έχουμε γονατίσει / να γονατίζουμε / να γονατίσουμενα έχετε γονατίσει / να γονατίζετε / να γονατίσετενα γονατίζουν / να γονατίζουνε / να γονατίσουν / να γονατίσουνε
Προστακτική—γονάτιζε / γονάτισε——γονατίζετε / γονατίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →