Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γόνατο

/ˈɣo.na.to/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ανθρώπινο σώμαη άρθρωση μεταξύ του μηρού και της κνήμης Βικιλεξικό
    • Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους- και σταυρωμένα πάνω στο γόνατό της, έχοντάς το ως ορμητήριο, εκκινούσαν απ'αυτό και γλιστρούσανε χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
    • Ἄνωθεν τοῦ γόνατος ἡ καλτσοδέτα ἐκ λευκῆς δαντέλας περιενδύουσα τὸ ἐλαστικὸν συνεκράτει τὴν κάλτσαν καὶ πιέζουσα τὴν σάρκα τὴν ἀπώθει πρὸς τὸ γόνατον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο παχύτερον καὶ στρογγυλώτερον. (Ν. Ι. Σπανδώνης, Η Αθήνα μας, έκδοσις πρώτη, τόμος δεύτερος, Αθήνα, εκδ. κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, 1893, σελ. 397 https://books.google.gr/books?id=Dq7qzPQqOCsC&newbks=0&printsec=frontcover&pg=PA397&dq=%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%84%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%84%CE%B1&hl=en&source=newbks_fb&redir_esc=y#v=onepage&q=%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%84%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%84%CE%B1&f=false)
    • Ίσως αυτή η άνεση να οφειλόταν και στο σπορτίφ ντύσιμό του. Κοίταξε τις χειροποίητες μπότες του και το παντελόνι ιππασίας, που στένευε στα γόνατά του αφήνοντας να διαγραφούν απαλά οι μύες των μηρών του (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ρώμη, Τo Πορτρέτο ενός Αγνώστου, AA Publishing, 2019)
  2. βοτανικήτο σημείο απ' όπου εκφύονται φύλλα ή βλαστοί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γόνατο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γόνατον < γόνατα (πληθυντικός του γόνυ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγόνατογόνατα
Γενικήγονάτου / γόνατουγονάτων
Αιτιατικήγόνατογόνατα
Κλητικήγόνατογόνατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →