γονιμότητα
•
- η ικανότητα αναπαραγωγής, η ιδιότητα του γόνιμου Βικιλεξικό
- οι τιμές των 1,5 ή 1,6 παιδιών/γυναίκα που σύντομα πιθανόν θα καταγράψουμε, ουδαμώς θα πρέπει να εκληφθούν ως αντιπροσωπευτικές της τελικής γονιμότητας των γάμων της τρέχουσας δεκαετίας (Επιθεώρησις κοινωνικών ερευνών, τεύχος 70-71, 1988, σελ. 60)
- η θεά της γονιμότητας
- μεταφορικάη δημιουργικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γονιμότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γονιμότης από την αιτιατική γονιμότητα < αρχαία ελληνική γόνιμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γονιμότητα | γονιμότητες |
| Γενική | γονιμότητας | γονιμοτήτων |
| Αιτιατική | γονιμότητα | γονιμότητες |
| Κλητική | γονιμότητα | γονιμότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →