Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γουβίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του γούβα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γουβίτσα < γούβα + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγουβίτσαγουβίτσες
Γενικήγουβίτσας—
Αιτιατικήγουβίτσαγουβίτσες
Κλητικήγουβίτσαγουβίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →