γούβα
•
- μικρή κοιλότητα στο έδαφος που συγκεντρώνει νερά Βικιλεξικό
- τόπος σε κατώτερο από τους διπλανούς επίπεδο Βικιλεξικό
- παραβάλετε το τοπωνυμικό Γούβα
Ετυμολογία
γούβα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γούβα ή τύπος γουβᾶς, με διαφορετικές προτάσεις ετυμολογίας • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; : < είτε αρωμουνική guvã < μεσαιωνική λατινική guba , cova < λατινική cavea < cavus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *k̂eu- Συγγενή: αρωμουνική guvã. : < είτε συνδέεται με το αρχαίο γύπη (λάκκος, κοίλωμα στη γη, σπήλαιο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γούβα | γούβες |
| Γενική | γούβας | γουβών |
| Αιτιατική | γούβα | γούβες |
| Κλητική | γούβα | γούβες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →