γουδί
•
- κουζινικάτο σκεύος που χρησιμοποιείται για κοπάνισμα διάφορων υλικών και ανάμειξη μειγμάτων, όπως η σκορδαλιά· το υλικό τοποθετείται στο κοίλο μέρος και δουλεύεται με το γουδοχέρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γουδί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γδ(ίν) με ανάπτυξη του φθόγγου [u] < μεσαιωνική ελληνική ἰγδίν < ἰγδίον < αρχαία ελληνική ἴγδις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γουδί | γουδιά |
| Γενική | γουδιού | γουδιών |
| Αιτιατική | γουδί | γουδιά |
| Κλητική | γουδί | γουδιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →