γουλίζω
•
- τρώω Βικιλεξικό
- μεταφορικάλαμβάνω Βικιλεξικό
- καταπίνω, πίνω λίγο από κάτι Βικιλεξικό
- φτύνω υγρό Βικιλεξικό
- συνώνυμο του αναγουλιάζω Βικιλεξικό
- για χταπόδιχτυπάω το χταπόδι σε βράχο ή πέτρα, για να μαλακώσει πριν το μαγείρεμα Βικιλεξικό
- αποφλοιώνω Βικιλεξικό
- για εκείνους που δεν έχουν δόντιαμασουλάω κάτι με τα ούλα για να γίνει μαλακό Βικιλεξικό
- σφουγγίζω, στραγγίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γουλίζω < γούλ(α) (στη σημασία λαιμός) + -ίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →