γουλί
•
- ο (τρυφερός) βλαστός των λαχανικών ή χορταρικών, ο μίσχος Βικιλεξικό
- το μέρος της ρίζας των φυτών που τρώγεται Βικιλεξικό
- σκελίδα σκόρδου Βικιλεξικό
- αποφλοιωμένος καρπός Βικιλεξικό
- ιδιωματικόλεία στρογγυλή πέτρα, βότσαλο (απ' όπου Γουλί, ονομασία για πολλές παραλίες) Βικιλεξικό
- άλλη μορφή: γουλός
- καθετί λείο και γυμνό σαν το κλειστό λάχανο Βικιλεξικό
- ιδιωματικότο στομάχι Βικιλεξικό
- ιδιωματικόη κοιλότητα όπου εισέρχεται η κεφαλή του οστού Βικιλεξικό
- ιδιωματικόη κοιλότητα στην πέτρα της πόρτας όπου γυρίζει το μάνταλο Βικιλεξικό
- ιδιωματικότμήμα του αρότρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γουλί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γουλίν < αρχαία ελληνική *ἀγλίον, υποκοριστικό του ἄγλις (σκελίδα σκόρδου) : Κατ' άλλη άποψη, (αντιδάνειο) < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γουλίν < γωλίον < λατινική colis < caulis (κοτσάνι, μίσχος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γουλί | γουλιά |
| Γενική | γουλιού | γουλιών |
| Αιτιατική | γουλί | γουλιά |
| Κλητική | γουλί | γουλιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →