γουνίτσα
•
- μικρή γούνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γουνίτσα < γούν(α) + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γουνίτσα | γουνίτσες |
| Γενική | γουνίτσας | — |
| Αιτιατική | γουνίτσα | γουνίτσες |
| Κλητική | γουνίτσα | γουνίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →