γούνα
•
- το πλούσιο και απαλό τρίχωμα μερικών ζώων Βικιλεξικό
- ενδυμασίαρούχο από γούνα ζώου, γουναρικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γούνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γούνα < υστερολατινική gunna
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γούνα | γούνες |
| Γενική | γούνας | — |
| Αιτιατική | γούνα | γούνες |
| Κλητική | γούνα | γούνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →