γουναράδικο
•
- το εργαστήριο ή το κατάστημα του γουναρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γουναράδικο < γουναρ(άς) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γουναράδικο | γουναράδικα |
| Γενική | γουναράδικου | γουναράδικων |
| Αιτιατική | γουναράδικο | γουναράδικα |
| Κλητική | γουναράδικο | γουναράδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →