γουργουρίζω
•
- παράγω συγκεκριμένο ήχο από το στομάχι ή τα έντερα, λόγω της μετακίνησης υγρών ή αερίων, ο οποίος συνήθως δηλώνει χώνεψη ή πείνα Βικιλεξικό
- παράγω σιγανό ήχο που εκφράζει ευχαρίστηση ή ερωτικό κάλεσμα· ισχύει κυρίως για τα ζώα Βικιλεξικό
- μεταφορικάρέω ακανόνιστα και με θόρυβο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γουργουρίζω < γουργούρα < (ηχομιμητική λέξη) (από τον ήχο γουρ-γουρ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γουργουρίζω | γουργουρίζεις | γουργουρίζει | γουργουρίζουμε | γουργουρίζετε | γουργουρίζουν / γουργουρίζουνε |
| Παρατατικός | γουργούριζα | γουργούριζες | γουργούριζε | γουργουρίζαμε | γουργουρίζατε | γουργουρίζαν / γουργουρίζανε / γουργούριζαν |
| Αόριστος | γουργούρισα | γουργούρισες | γουργούρισε | γουργουρίσαμε | γουργουρίσατε | γουργουρίσαν / γουργουρίσανε / γουργούρισαν |
| Μέλλοντας | θα γουργουρίζω / θα γουργουρίσω | θα γουργουρίζεις / θα γουργουρίσεις | θα γουργουρίζει / θα γουργουρίσει | θα γουργουρίζουμε / θα γουργουρίσουμε | θα γουργουρίζετε / θα γουργουρίσετε | θα γουργουρίζουν / θα γουργουρίζουνε / θα γουργουρίσουν / θα γουργουρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γουργουρίσει | έχεις γουργουρίσει | έχει γουργουρίσει | έχουμε γουργουρίσει | έχετε γουργουρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γουργουρίσει | είχες γουργουρίσει | είχε γουργουρίσει | είχαμε γουργουρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γουργουρίσει / να γουργουρίζω / να γουργουρίσω | να έχεις γουργουρίσει / να γουργουρίζεις / να γουργουρίσεις | να έχει γουργουρίσει / να γουργουρίζει / να γουργουρίσει | να έχουμε γουργουρίσει / να γουργουρίζουμε / να γουργουρίσουμε | να έχετε γουργουρίσει / να γουργουρίζετε / να γουργουρίσετε | να γουργουρίζουν / να γουργουρίζουνε / να γουργουρίσουν / να γουργουρίσουνε |
| Προστακτική | — | γουργούριζε / γουργούρισε | — | — | γουργουρίζετε / γουργουρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →