γουργουρητό
•
- το αποτέλεσμα του γουργουρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γουργουρητό < γουργουρ(ίζω( + -ητό < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γουργουρητό | γουργουρητά |
| Γενική | γουργουρητού | γουργουρητών |
| Αιτιατική | γουργουρητό | γουργουρητά |
| Κλητική | γουργουρητό | γουργουρητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →