γουστάρω
•
- μεταβατικόμου αρέσει πολύ κάτι / κάποιος, λαχταρώ Βικιλεξικό
- Άσε που δεν την γούσταρα πραγματικά ποτέ. Ένα τσόλι είναι. (Χ.Α. Χωμενίδης, Η φωνή, εκδ. Πατάκης, 2016)
- μεταβατικόμου αρέσει Βικιλεξικό
- Ταφόπετρα όχι για το ίδιο το νησί (που τώρα μπορεί να βγάζει και πιο πολλά λεφτά…) αλλά για όλους αυτούς που την είχαν επιλέξει ως ένα μέρος που μπορείς να συνδυάσεις τα πάντα. Το χίπικο, το μποέμικο, το αλητήριο, το γκομενίστικο, το οικογενειακό, το κυριλέ, το ακριβό και το αουτσάιντερ. Πάντα μπορούσες να κάνεις όποια επιλογή γούσταρες. (Ο Πέτρος Κωστόπουλος γράφει: Αποχαιρέτα την τη Μύκονο που χάνεις, zinapost.gr, 30/08/2015 https://www.zinapost.gr/newsroom/news/386591_o-petros-kostopoylos-grafei-apohaireta-tin-ti-mykono-poy-haneis/)
- αμετάβατονιώθω ικανοποίηση Βικιλεξικό
- γουστάρω που δε θα κάνουμε αύριο μάθημα!
Ετυμολογία
γουστάρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική gustare ή από τη βενετική
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →