γούστο
•
- η αντίληψη που έχει κάποιος για αισθητικά ζητήματα ή θέματα σχετικά με το ωραίο Βικιλεξικό
- πληθυντικόςοι προσωπικές επιλογές και προτιμήσεις Βικιλεξικό
- η καλλιεργημένη κι εκλεπτυσμένη αισθητική Βικιλεξικό
- καθετί που προκαλεί εύθυμη διάθεση, ευχαρίστηση και ιλαρότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γούστο < (άμεσο δάνειο) βενετική gusto < λατινική gustus < πρωτοϊταλική *gustus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵéwstus (γεύομαι) < *ǵews (δοκιμάζω, γεύομαι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γούστο | γούστα |
| Γενική | γούστου | γούστων |
| Αιτιατική | γούστο | γούστα |
| Κλητική | γούστο | γούστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →