Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γουστέρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ερπετολογίαμεγάλη και συνήθως πράσινη σαύρα (Lacerta viridis) που ζει σε ηλιόλουστους, ξηρούς βιότοπους και κινείται ταχύτατα ανάμεσα σε βράχια και χαμηλή βλάστηση Βικιλεξικό
    • Ούτε τα δέντρα πρόσεχε, ούτε τις γουστέρες, που τρύπωναν στα χαμόκλαδα, καταπράσινες σα φρεσκοβαμμένες (⌘ Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά)
  2. γενικότεραμικρή σαύρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γουστέρα < σλαβικής προέλευσης гуштер / gušter < гуја / гуж + πρωτοσλαβική *(j)aščerъ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγουστέραγουστέρες
Γενικήγουστέραςγουστερών
Αιτιατικήγουστέραγουστέρες
Κλητικήγουστέραγουστέρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →