γουστέρα
•
- ερπετολογίαμεγάλη και συνήθως πράσινη σαύρα (Lacerta viridis) που ζει σε ηλιόλουστους, ξηρούς βιότοπους και κινείται ταχύτατα ανάμεσα σε βράχια και χαμηλή βλάστηση Βικιλεξικό
- Ούτε τα δέντρα πρόσεχε, ούτε τις γουστέρες, που τρύπωναν στα χαμόκλαδα, καταπράσινες σα φρεσκοβαμμένες (⌘ Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά)
- γενικότεραμικρή σαύρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γουστέρα < σλαβικής προέλευσης гуштер / gušter < гуја / гуж + πρωτοσλαβική *(j)aščerъ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γουστέρα | γουστέρες |
| Γενική | γουστέρας | γουστερών |
| Αιτιατική | γουστέρα | γουστέρες |
| Κλητική | γουστέρα | γουστέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →