γούμενα
•
- ιδιωματικότο καραβόσχοινο, το παλαμάρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γούμενα < μεσαιωνική ελληνική γούμενα < βενετική gómina / ιταλική gomena < μεσαιωνική λατινική gumena / gomena < αραβική جمان (jumān) < αρχαία ελληνική ἡγουμένη (αντιδάνειο) < ἡγέομαι / ἡγοῦμαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γούμενα | γούμενες |
| Γενική | γούμενας | γουμενών |
| Αιτιατική | γούμενα | γούμενες |
| Κλητική | γούμενα | γούμενες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →