γράψιμο
•
- η ενέργεια του γράφω Βικιλεξικό
- οι γραπτές εργασίες που πρέπει να κάνει ένας μαθητής στο σπίτι του
- η ενέργεια του γράφω Βικιλεξικό
- Το γράψιμο κοντεύει να γίνει μια χαμένη τέχνη στη σύγχρονη εποχή των πολυμέσων.
- η ενέργεια του γράφω Βικιλεξικό
- Το γράψιμο με μολύβι ενδέχεται να είναι πιο δύσκολο για τους αριστερόχειρες.
- το αποτέλεσμα του γράφω Βικιλεξικό
- Το γράψιμό σου είναι ακατάστατο και δυσανάγνωστο. Τι κολυβογράμματα είν' αυτά! Δεν τα βγάζω.
- το αποτέλεσμα του γράφω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γράψιμο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γράψιμο < γράψιμον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γράψιμο | γραψίματα |
| Γενική | γραψίματος | γραψιμάτων |
| Αιτιατική | γράψιμο | γραψίματα |
| Κλητική | γράψιμο | γραψίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →