Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γράψιμο

/ˈɣɾa.psi.mo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια του γράφω Βικιλεξικό
    • οι γραπτές εργασίες που πρέπει να κάνει ένας μαθητής στο σπίτι του
  2. η ενέργεια του γράφω Βικιλεξικό
    • Το γράψιμο κοντεύει να γίνει μια χαμένη τέχνη στη σύγχρονη εποχή των πολυμέσων.
  3. η ενέργεια του γράφω Βικιλεξικό
    • Το γράψιμο με μολύβι ενδέχεται να είναι πιο δύσκολο για τους αριστερόχειρες.
  4. το αποτέλεσμα του γράφω Βικιλεξικό
    • Το γράψιμό σου είναι ακατάστατο και δυσανάγνωστο. Τι κολυβογράμματα είν' αυτά! Δεν τα βγάζω.
  5. το αποτέλεσμα του γράφω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γράψιμο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γράψιμο < γράψιμον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγράψιμογραψίματα
Γενικήγραψίματοςγραψιμάτων
Αιτιατικήγράψιμογραψίματα
Κλητικήγράψιμογραψίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →