γρήγορα
•
- με μεγάλη ταχύτητα Βικιλεξικό
- το αυτοκίνητο έτρεχε γρήγορα
- σε μικρό χρονικό διάστημα, σύντομα Βικιλεξικό
- γρήγορα θά 'ρθει η άνοιξη
Ετυμολογία
γρήγορα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γρήγορα < γρήγορ(ος) + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →