Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αργά

επίρρημα
•
  1. με αργό τρόπο, με αργή κίνηση, χωρίς βιασύνη Βικιλεξικό
  2. σε προχωρημένη ώρα Βικιλεξικό
  3. μετά από την κανονική ή αναμενόμενη ώρα, με μεγάλη καθυστέρηση, καθυστερημένα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αργά < μεσαιωνική ελληνικήἀργά < ἀργός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →