γραμματολογία
•
- ο κλάδος της επιστήμης που μελετά την ιστορία της γραμματείας (λογοτεχνίας) ενός έθνους, μιας εποχής κλπ Βικιλεξικό
- Οι τάσεις εκμοντερνισμού και ευθυγράμμισης με την ευρωπαϊκή παιδεία της εποχής, που αναπτύσσονται στους κόλπους του φαναριωτισμού, δεν αισθάνονται να εκφράζονται πια μέσα από τη μονοκρατορία της κατεξοχήν έμμετρης μεταβυζαντινής γραμματολογίας μας, καθώς και μέσα από τις μορφολογικές επιβιώσεις που κυριαρχούν εν πολλοίς στο σύνολο ποιητικό έργο της εποχής αλλά και στα επιτεύγματα της κρητικής αναγέννησης.
- το σχετικό εγχειρίδιο Βικιλεξικό
- κάθε φοιτητής της κλασικής φιλολογίας μελετά τη γραμματολογία του Lesky
Ετυμολογία
γραμματολογία < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γραμματολογία | γραμματολογίες |
| Γενική | γραμματολογίας | γραμματολογιών |
| Αιτιατική | γραμματολογία | γραμματολογίες |
| Κλητική | γραμματολογία | γραμματολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →