γραμματοσειρά
•
- τυπογραφίαμια σειρά, ένα σύνολο γραμμάτων, σημείων στίξης, αριθμών κ.λπ., με κοινό σχεδιασμό, αισθητική και χαρακτηριστικά στοιχεία Βικιλεξικό
- πληροφορικήτο αρχείο που περιέχει τον κώδικα για την απεικόνιση της γραμματοσειράς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραμματοσειρά < γράμμα + -ο- + σειρά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γραμματοσειρά | γραμματοσειρές |
| Γενική | γραμματοσειράς | γραμματοσειρών |
| Αιτιατική | γραμματοσειρά | γραμματοσειρές |
| Κλητική | γραμματοσειρά | γραμματοσειρές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →