σειρά
•
- τοπική σημασίαένα σύνολο ομοειδών στοιχείων που έχουν τοποθετηθεί το ένα δίπλα στο άλλο, στη γραμμή Βικιλεξικό
- τακτοποίησε τα ποτήρια μέσα στο ντουλάπι σε δύο σειρές
- σύνδεση σε σειρά: η σύνδεση αντιστάσεων σε ένα κύκλωμα διαδοχικά, σε αντίθεση προς την παράλληλη σύνδεση
- χρονική σημασίαένα σύνολο ομοειδών στοιχείων που διαδέχονται το ένα το άλλο Βικιλεξικό
- μια σειρά τραγικών γεγονότων καθόρισε τη ζωή του
- ο συγγραφέας έγραψε εκτός από μυθιστορήματα και μια σειρά από θεατρικά έργα
- σε κείμενοη γραμμή, η αράδα Βικιλεξικό
- τηλεόρασητο πρόγραμμα (εκπομπή) με δραματικό ή και κωμικό περιεχόμενο (φανταστική υπόθεση και ήρωες) που συνεχίζεται σε πολλά επεισόδια Βικιλεξικό
- στρατόςτο σύνολο των κληρωτών που καλούνται να παρουσιαστούν για κατάταξη την ίδια περίοδο, η ΕΣΣΟ Βικιλεξικό
- (ως προσφώνηση μεταξύ στρατιωτών, ιδίως μεταξύ αυτών που έχουν καταταχτεί μαζί)
- η θέση που κατέχει κάποιος ή κάτι σε μια διαδοχή Βικιλεξικό
- κάτσε κι εσύ στην ουρά και, όταν έρθει η σειρά σου, θα εξυπηρετηθείς
- η τάξη, η τακτοποίηση πραγμάτων και υποθέσεων Βικιλεξικό
- έχω τόσες υποθέσεις να βάλω σε μια σειρά
Ετυμολογία
σειρά < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σειρά (αρχαία σημασία: σκοινί, αλυσίδα) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική série και από την (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική serial
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σειρά | σειρές |
| Γενική | σειράς | σειρών |
| Αιτιατική | σειρά | σειρές |
| Κλητική | σειρά | σειρές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →