γρανίτης
•
- ορυκτολογίασκληρό πυριγενές και εκρηξιγενές σκληρό πέτρωμα με κοκκώδη ιστό Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαρακτηρισμός κάποιου (έμβιου όντος ή πράγματος) που χαρακτηρίζεται από σκληρότητα και αντοχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γρανίτης < (άμεσο δάνειο) γαλλική granite < ιταλική granito < granire < grano < λατινική granum < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵr̥h₂nóm < *ǵerh₂ (μεγαλώνω, ωριμάζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γρανίτης | γρανίτες |
| Γενική | γρανίτη | γρανιτών |
| Αιτιατική | γρανίτη | γρανίτες |
| Κλητική | γρανίτη | γρανίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →