γραφέας
•
- που γράφει (καθ' υπαγόρευση) Βικιλεξικό
- επάγγελμαυπάλληλος (κατώτερης βαθμίδας) σε υπηρεσία, τη διοίκηση, τον στρατό κ.α. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραφέας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γραφεύς < γράφω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gerbʰ-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γραφέας | γραφείς |
| Γενική | γραφέα / γραφέως | γραφέων |
| Αιτιατική | γραφέα | γραφείς |
| Κλητική | γραφέα | γραφείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →