γραφειοκράτης
•
- υπεύθυνος για τη διεκπεραίωση της γραφειοκρατίας Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάπου είναι υπερβολικά προσηλωμένος στη γραφειοκρατία και τους τύπους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραφειοκράτης < γραφειοκρατ(ία) + -ης, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική bureaucrate < bureau + -crate (-κράτης) Μορφολογικά αναλύεται σε γραφεί(ο) + -ο- + -κράτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γραφειοκράτης | γραφειοκράτες |
| Γενική | γραφειοκράτη | γραφειοκρατών |
| Αιτιατική | γραφειοκράτη | γραφειοκράτες |
| Κλητική | γραφειοκράτη | γραφειοκράτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →