Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γραφειοκρατία

/ɣɾa.fi.o.kɾaˈti.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διευθέτηση διαφόρων υποθέσεων με διαδικασίες που δεν είναι απολύτως απαραίτητες και συντελούν στην επιβράδυνση της διευθέτησης Βικιλεξικό
  2. περιληπτικότο σύνολο των ατόμων που μετέχουν σε έναν μηχανισμό διοίκησης ή εξουσίας και αντλούν από τη θέση τους προνόμια καθώς και το κοινωνικό σύστημα στο οποίο οι μηχανισμοί διοίκησης αυτονομούνται και κυριαρχούν πάνω στην κοινωνία Βικιλεξικό
    • Η ρωσική γραφειοκρατία δημιουργήθηκε και υπάρχει στη βάση της αντίθεσης ανάμεσα στους διευθύνοντες και τους εκτελεστές στη διαδικασία της παραγωγής. Σ' αυτή τηv πραγματική οικονομική βάση της εξουσίας της γραφειοκρατίας, η καθολική κρατική ιδιοκτησία δεν είναι παρά η πλήρης έκφραση του μoνοπωλίου που ασκεί η κυρίαρχη γραφειοκρατική τάξη. (Κορνήλιος Καστοριάδης, Η γραφειοκρατική κοινωνία, 2, 1985, σελ.10)
  3. μεταφορικάη καθυστέρηση διεκπεραίωσης διοικητικών υποθέσεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γραφειοκρατία < γραφεί(ο) + -ο- + -κρατία (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bureaucratie) :: (μαρτυρείται από το 1851)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγραφειοκρατίαγραφειοκρατίες
Γενικήγραφειοκρατίαςγραφειοκρατιών
Αιτιατικήγραφειοκρατίαγραφειοκρατίες
Κλητικήγραφειοκρατίαγραφειοκρατίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →