γραφειοκρατία
•
- η διευθέτηση διαφόρων υποθέσεων με διαδικασίες που δεν είναι απολύτως απαραίτητες και συντελούν στην επιβράδυνση της διευθέτησης Βικιλεξικό
- περιληπτικότο σύνολο των ατόμων που μετέχουν σε έναν μηχανισμό διοίκησης ή εξουσίας και αντλούν από τη θέση τους προνόμια καθώς και το κοινωνικό σύστημα στο οποίο οι μηχανισμοί διοίκησης αυτονομούνται και κυριαρχούν πάνω στην κοινωνία Βικιλεξικό
- Η ρωσική γραφειοκρατία δημιουργήθηκε και υπάρχει στη βάση της αντίθεσης ανάμεσα στους διευθύνοντες και τους εκτελεστές στη διαδικασία της παραγωγής. Σ' αυτή τηv πραγματική οικονομική βάση της εξουσίας της γραφειοκρατίας, η καθολική κρατική ιδιοκτησία δεν είναι παρά η πλήρης έκφραση του μoνοπωλίου που ασκεί η κυρίαρχη γραφειοκρατική τάξη. (Κορνήλιος Καστοριάδης, Η γραφειοκρατική κοινωνία, 2, 1985, σελ.10)
- μεταφορικάη καθυστέρηση διεκπεραίωσης διοικητικών υποθέσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραφειοκρατία < γραφεί(ο) + -ο- + -κρατία (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bureaucratie) :: (μαρτυρείται από το 1851)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γραφειοκρατία | γραφειοκρατίες |
| Γενική | γραφειοκρατίας | γραφειοκρατιών |
| Αιτιατική | γραφειοκρατία | γραφειοκρατίες |
| Κλητική | γραφειοκρατία | γραφειοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →