γραφικός
•
- σχετικός με τη γραφή Βικιλεξικό
- Αγόρασα τετράδια και γραφική ύλη.
- σχετικός με το σχέδιο Βικιλεξικό
- γραφικές τέχνες (ή γραφιστικές)
- γοητευτικός, χαριτωμένος Βικιλεξικό
- περίεργος, παράξενος, εκκεντρικός, συνήθως με αρνητική έννοια και ενίοτε συγκατάβαση Βικιλεξικό
- Εξακολουθούσε να έχει το πιστό του ακροατήριο, αλλά ένα ακροατήριο πλέον συρρικνωμένο, γραφικό, του πολιτικού τζερτζελέ μάλλον παρά της πολιτικής ουσίας (Πέτρος Τατσόπουλος, Είσαι και φαίνεσαι: Μια αιχμηρή ματιά, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- γραφικός άνθρωπος, ο sui generis
Ετυμολογία
γραφικός :* που σχετίζεται με τη γραφή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γραφικός (του γραψίματος) και γαλλική graphique :* που είναι χαριτωμένος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γραφικός (περιγραφικός, ζωηρός) και σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική pittoresco ή τη γαλλική pitoresque : Συγχρονικά αναλύεται σε γράφ(ω) + -ικός. Ως δεύτερο συνθετικό -γραφικός < -γράφ(ος) ή γραφ(ία) + -ικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γραφικός | γραφική | γραφικό |
| Γενική | γραφικού | γραφικής | γραφικού |
| Αιτιατική | γραφικό | γραφική | γραφικό |
| Κλητική | γραφικέ | γραφική | γραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γραφικοί | γραφικές | γραφικά |
| Γενική | γραφικών | γραφικών | γραφικών |
| Αιτιατική | γραφικούς | γραφικές | γραφικά |
| Κλητική | γραφικοί | γραφικές | γραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →