Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γραφικός

/ɣɾa.fiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη γραφή Βικιλεξικό
    • Αγόρασα τετράδια και γραφική ύλη.
  2. σχετικός με το σχέδιο Βικιλεξικό
    • γραφικές τέχνες (ή γραφιστικές)
  3. γοητευτικός, χαριτωμένος Βικιλεξικό
  4. περίεργος, παράξενος, εκκεντρικός, συνήθως με αρνητική έννοια και ενίοτε συγκατάβαση Βικιλεξικό
    • Εξακολουθούσε να έχει το πιστό του ακροατήριο, αλλά ένα ακροατήριο πλέον συρρικνωμένο, γραφικό, του πολιτικού τζερτζελέ μάλλον παρά της πολιτικής ουσίας (Πέτρος Τατσόπουλος, Είσαι και φαίνεσαι: Μια αιχμηρή ματιά, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
    • γραφικός άνθρωπος, ο sui generis

Ετυμολογία

γραφικός :* που σχετίζεται με τη γραφή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γραφικός (του γραψίματος) και γαλλική graphique :* που είναι χαριτωμένος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γραφικός (περιγραφικός, ζωηρός) και σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική pittoresco ή τη γαλλική pitoresque : Συγχρονικά αναλύεται σε γράφ(ω) + -ικός. Ως δεύτερο συνθετικό -γραφικός < -γράφ(ος) ή γραφ(ία) + -ικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγραφικόςγραφικήγραφικό
Γενικήγραφικούγραφικήςγραφικού
Αιτιατικήγραφικόγραφικήγραφικό
Κλητικήγραφικέγραφικήγραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγραφικοίγραφικέςγραφικά
Γενικήγραφικώνγραφικώνγραφικών
Αιτιατικήγραφικούςγραφικέςγραφικά
Κλητικήγραφικοίγραφικέςγραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →