γριπιάζομαι
•
- γριπώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γριπιάζομαι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γριπιάζομαι | γριπιάζεσαι | γριπιάζεται | γριπιαζόμαστε | γριπιάζεστε | γριπιάζονται |
| Παρατατικός | γριπιαζόμουν / γριπιαζόμουνα | γριπιαζόσουν / γριπιαζόσουνα | γριπιαζόταν / γριπιαζότανε | γριπιαζόμασταν / γριπιαζόμαστε | γριπιαζόσασταν / γριπιαζόσαστε | γριπιάζονταν / γριπιαζόντουσαν |
| Αόριστος | γριπιάστηκα | γριπιάστηκες | γριπιάστηκε | γριπιαστήκαμε | γριπιαστήκατε | γριπιάστηκαν / γριπιαστήκαν / γριπιαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα γριπιάζομαι / θα γριπιαστώ | θα γριπιάζεσαι / θα γριπιαστείς | θα γριπιάζεται / θα γριπιαστεί | θα γριπιαζόμαστε / θα γριπιαστούμε | θα γριπιάζεστε / θα γριπιαστείτε | θα γριπιάζονται / θα γριπιαστούν / θα γριπιαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω γριπιαστεί | έχεις γριπιαστεί | έχει γριπιαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γριπιαστεί | είχες γριπιαστεί | είχε γριπιαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γριπιαστεί / να γριπιάζομαι / να γριπιαστώ | να έχεις γριπιαστεί / να γριπιάζεσαι / να γριπιαστείς | να έχει γριπιαστεί / να γριπιάζεται / να γριπιαστεί | να γριπιαζόμαστε / να γριπιαστούμε | να γριπιάζεστε / να γριπιαστείτε | να γριπιάζονται / να γριπιαστούν / να γριπιαστούνε |
| Προστακτική | — | γριπιάζου / γριπιάσου | — | — | γριπιάζεστε / γριπιαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →