γριπούλα
•
- οικείοη ελαφριά γρίπη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γριπούλα < γρίπη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γριπούλα | γριπούλες |
| Γενική | γριπούλας | — |
| Αιτιατική | γριπούλα | γριπούλες |
| Κλητική | γριπούλα | γριπούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →